Κόσμοι παλιοί και δοξασμένοι ζωντανεύουν και ανοίγουν την πραμάτεια τους.Δύο ευαίσθητοι άνθρωποι ήτανε εκεί και μάζεψαν τα στολίδια του χρόνου.Αυτά τα στολίδια τα έκαναν αίμα,για μας,και οξυγόνο.
Οι άλλοι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν.
Να κλέβουν,ας πούμε,τα όνειρα των άλλων και να τα μεταμορφώνουν σε ρουκέτες κι άλλα φοβερά όπλα.Οι ευαίσθητοι, όμως,άνθρωποι πάντα θα υπάρχουν για να αναθρέφουν πίνακες ζωγραφικής και τραγούδια.
Αύτο είναι το μόνο σίγουρο!
(Ηλίας Κατσούλης)
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2009
Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009
Η πέτρα σταυρωμένη απ' τον άνεμοο άνεμος, η σιγαλιά,
δεν ακούγεται τίποτα
μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
κι πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
με το θυμό και με τον πόνο
βαριά, σιγά και σταθερά
Μπόλικη πέτρα
μπόλικη καρδιά
να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
τα λαϊκά μέγαρα
τα κόκκινα στάδια
και το μεγάλο μνημείο των Ηρώων της Επανάστασης
Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ
ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ
της ομάδας του Μούδρου
που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
γιατί αγάπαγε πολύ τους εξόριστους
Να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντικ
το φίλο μας τον Ντικ
που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα
κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς
με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
πάνω στο στυλωμένο αυτί του
Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι
Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
να γαυγίζει χαρούμενος σε μια διαδήλωση
περνοδιαβαίνοντας κάτου απ' τις σημαίες μας
έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
μια μικρή πινακίδα " κάτω οι τύραννοι"
Ήταν καλός ο Ντικ
(Γιάννης Ρίτσος-Θάνος Μικρούτσικος)
Παίδες,πρίν δεκαπέντε χρόνια με μια άλλη μουσική σάςείχα πεί πως θα ξαγρυπνώ έξω απ' τα σπίτια σας για να μαζεύω τα όνειρά σας.Εσείς,είτε ονειρεύεστε είτε οχι,μπορείτε και ζείτε χωρίς εμένα,δεν ανήκω ούτε στη ζωή σας ούτε στα όνειρά σας.Ακόμη κουράστηκα να πλέκω μουσικές απ'τις επι8υμίες των σωμάτων σας.Προτιμώ να φύγω μακριά σας για πάντα!Ίσως συναντηθώ με μερικούς σοφούς που δεν τους ένοιωσα όταν κι εγώ ήμουν νέος.Γειά σας παίδες,γειά σας!
Μάνος Χατζιδάκις
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009
Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009
Την πέτρα ρώτησα να πει τι ξέρει και αντέχει
Κι εκείνη μου ‘πε τη σιωπή για μυστικό της έχει
Το αστέρι ρώτησα μετά τι έχει μάθει ως τώρα
Τα χίλια χρόνια μ’ απαντά περνάνε σε μιαν ώρα
Και πάνω ο ήλιος μια πληγή, μια κόκκινη κηλίδα
Λάβα το φως αιμορραγεί να κάψει ό,τι είδα
Και πάνω ο ήλιος μια πληγή, μια κόκκινη κηλίδα
Λάβα το φως αιμορραγεί, να κάψει ό,τι είδα
Το χώμα ρώτησα ξανά παλιά αν ήταν σώμα
Και μου ‘πε τα ψηλά βουνά και αυτά θα γίνουν χώμα
Κι ύστερα εσένανε ρωτώ το νόημα του κόσμου
Και λες το χέρι σου κρατώ και εσύ είσαι δικός μου
Και πάνω ο ήλιος μια βροχή μια χρυσαφένια βρύση
Νερό το φως του να πνιγεί όποιος θέλει να ζήσει
Νυχτερινό
Κι εκείνη μου ‘πε τη σιωπή για μυστικό της έχει
Το αστέρι ρώτησα μετά τι έχει μάθει ως τώρα
Τα χίλια χρόνια μ’ απαντά περνάνε σε μιαν ώρα
Και πάνω ο ήλιος μια πληγή, μια κόκκινη κηλίδα
Λάβα το φως αιμορραγεί να κάψει ό,τι είδα
Και πάνω ο ήλιος μια πληγή, μια κόκκινη κηλίδα
Λάβα το φως αιμορραγεί, να κάψει ό,τι είδα
Το χώμα ρώτησα ξανά παλιά αν ήταν σώμα
Και μου ‘πε τα ψηλά βουνά και αυτά θα γίνουν χώμα
Κι ύστερα εσένανε ρωτώ το νόημα του κόσμου
Και λες το χέρι σου κρατώ και εσύ είσαι δικός μου
Και πάνω ο ήλιος μια βροχή μια χρυσαφένια βρύση
Νερό το φως του να πνιγεί όποιος θέλει να ζήσει
Νυχτερινό
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2009
Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2009
Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2009
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2009
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

Ο καβαλάρης τ' άλογο το 'χε μες στην καρδιά του
Πού να 'βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του
Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι
Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ' τον ίσκιο
Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω
αστρίτης στραβογάμησε και δίνει δαγκωσιά του
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες
«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, πού χάνεσαι και φεύγεις
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ' εύρω ή θα μ' εύρεις »
Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, την πόρτα ανοίγει
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει
Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ' αφήσαν
Περνούσε κι ένας μάστορας που 'μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια
Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια
την πήρε κι έφτιαξε μ' αυτή δοξάρια ένα κι ένα
Δυο μήνες έκανε ο νιος ν' ανοίξει παραθύρι
Την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο παραθύρι
Εκεί 'ταν λαουτιέρηδες που θέλαν παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια
«Γεια και χαρά στον βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω
Θέλω ν' ακούσω απ' τα καλά μήπως και ξαλαφρώσω»
Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ' όργανο με καμάρι
Και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο
Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει
Πού να 'βρει φίλο πιο καλό να λέει τα μυστικά του
Το τάιζε αγριοκρίθαρο, τετράφυλλο τριφύλλι
στολίδια είχε στη σέλα του με λαμπερό κοχύλι
Ήταν λευκό, ήταν κάτασπρο, ήταν γοργό και ξύπνιο
κάλπαζε στα γυμνά βουνά και ξέφευγε απ' τον ίσκιο
Μα ένα παλιομεσήμερο, σε μια συκιά από κάτω
αστρίτης στραβογάμησε και δίνει δαγκωσιά του
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά μα πέρασαν αιώνες
ο καβαλάρης το θρηνεί, χαϊδεύει τους λαγώνες
«Σύντροφε που ξανοίγεσαι, πού χάνεσαι και φεύγεις
Ας δώσουμε όρκο. Με καιρούς θα σ' εύρω ή θα μ' εύρεις »
Σκυφτός γυρνάει στο σπίτι του, την πόρτα ανοίγει
καρφώνει τα παράθυρα και στο πιοτό το ρίχνει
Το άλογο στο μεταξύ τα όρνια το τυλίξαν
το σκελετό και την ουρά μονάχα που τ' αφήσαν
Περνούσε κι ένας μάστορας που 'μαθε στην Κρεμόνα
να φτιάχνει βιόλες και βιολιά που να κρατάνε χρόνια
Είδε την τρίχα της ουράς άσπρη και μεταξένια
την πήρε κι έφτιαξε μ' αυτή δοξάρια ένα κι ένα
Δυο μήνες έκανε ο νιος ν' ανοίξει παραθύρι
Την Τρίτη την πρωτομηνιά βγαίνει στο παραθύρι
Εκεί 'ταν λαουτιέρηδες που θέλαν παρακάλια
ήταν κι ένας βιολιτζής που έπαιρνε κεφάλια
«Γεια και χαρά στον βιολιτζή. Χρήμα πολύ θα δώσω
Θέλω ν' ακούσω απ' τα καλά μήπως και ξαλαφρώσω»
Δέκα φορές το πέρασε ρετσίνι το δοξάρι
ταιριάζει στο σαγόνι του, τ' όργανο με καμάρι
Και σαν αρχίζει δοξαριές, μια πάνω και μια κάτω
τον κόσμο φέρνει ανάποδα, τη γη μέσα στο πιάτο
Πετάει με χούφτες τα λεφτά, ο άντρας και χορεύει
ακούγεται χλιμίντρισμα και το μυαλό του φεύγει
(Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

Άραγε να 'μαι κάποιος άλλος
που προσπαθεί να ονειρευτεί
τα γυαλισμένα όνειρα μας
στο δρόμο ανάποδη στροφή
Μες το κενό και μες τη ζάλη
έστησε ο πόνος μαγαζί
και ποιος μπορεί να ανασάνει
όταν στο ψέμα του κρυφτεί
που προσπαθεί να ονειρευτεί
τα γυαλισμένα όνειρα μας
στο δρόμο ανάποδη στροφή
Μες το κενό και μες τη ζάλη
έστησε ο πόνος μαγαζί
και ποιος μπορεί να ανασάνει
όταν στο ψέμα του κρυφτεί
Καίνε τα χρόνια, καίν οι μέρες
με μια πληγή που αιμορραγεί
κι αν περισσέψαν οι φοβέρες
είναι σκληρή ανταμοιβή
Δε σε φοβάμαι ότι κι αν γίνει
τι κι αν το σύμπαν γκρεμιστεί
μες τη ψυχή μου θα ‘χει μείνει
κάποια αυτόφωτη στιγμή
Μέσα μου υπάρχει το ταξίδι
βαθιά φωλιάζει στη καρδιά
έγινα στο καιρό παιχνίδι
να με χαλάνε τα παιδιά
Με τα λεφτά δε γίνονται όλα
κι αν βάλεις ψεύτικα φτερά
δε θα μπορείς να τα σηκώσεις
για να πετάξεις φουκαρά
Απόψε πες μου την αλήθεια
το τι θα γίνω μη σκεφτείς
κι αν ήταν όλα παραμύθια
τότε να πα' να γαμηθείς
(Δημήτρης Ζερβουδάκης)
Όσοι μείναν παιδιά - έχουν άσπρα μαλλιάανταμώνουν ακόμη
και κοιτούν στα κλεφτά - σ’ αδειανά σινεμά
τη ζωή στην οθόνη
Όσοι μείναν παιδιά κι έχουν άσπρα μαλλιά
θα βρεθούμε για πάντα
στον εξώστη ψηλά και θα παίζει ξανά
η δικιά μας η μπάντα
Όσοι μείναν παιδιά, έχουν άσπρα μαλλιά
ραντεβού στην αλάνα
η ομάδα του χθες με καινούργιες στολές
σε μια μπάλα ουράνια
Όσοι μείναν κι έχουν άσπρα μαλλιά
δεν τους σώσαν τα λόγια
και γυρνούν στα παλιά, στης σιωπής τα σκαλιά
σε μπιλιάρδα υπόγεια
Όσοι μείναν παιδιά κι έχουν άσπρα μαλλιά
τώρα ζουν παρά φύση
μα ένα πάρτι μισό με βερμούτ και γλυκό
έχουν πίσω αφήσει(Παντελής Θαλασσινός)
Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2009
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2009
Η κούνια μου ακουμπούσε στη βιβλιοθήκη,όπου μυθιστόρημα,επιστήμη,μυθολογία,τα πάντα,η λατινική τέφρα και η ελληνική σκόνη ανακατεύονταν.Δεν ήμουν μεγαλύτερος απο ένα βιβλίο.Δύο φωνές μού μιλούσαν.Η πρώτη.ύπουλη και σταθερή,έλεγε:Η Γη είναι ένα γλύκισμα ωραίο,μπορώ -κι η ευχαρίστηση σου θα'ναι τότε χωρίς τέλος-να σου δώσω μια όρεξη παρόμοια μεγάλη.Και η δεύτερη:Έλα!Ω,έλα στο ταξίδι των ονείρων,πέρα από το δυνατό,πέρα από το γνωρισμένο!Και η φωνή αυτή τραγουδούσε όπως ο άνεμος στις ακρογυαλιές,φάντασμα που κλαυθμυρίζει και κανείς δε ξέρει από που ήρθε,που χαϊδεύει τ'αυτί κι όμως το τρομάζει.Σου απάντησα:Ναί,γλυκιά φωνή!Από τότε κρατάει αυτό που μπορεί,αλίμονο,να ειπωθεί πληγή μου και πεπρωμένο μου.Πίσω απ'τις σκηνοθεσίες,στο μελανότερο της αβύσσου,βλέπω καθαρά κόσμους παράξενους και θύμα εκστατικό της οξυδέρκειάς μου,σέρνω φίδια που μου δαγκάνουν τα πόδια.Κι από κείνον τον καιρό αγαπώ τόσο τρυφερά,καθώς οι προφήτες την έρημο και την θάλασσα,γελώ στα πένθη και κλαίω στις γιορτές,βρίσκω μια γεύση γλυκιά στο πιο πικρό κρασί,νομίζω για ψέματα τις αλήθειες,πολλές φορές,και με τα μάτια στον ουρανό πέφτω σε γκρεμούς!Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει:Κράτησε τα όνειρά σου,οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!(Charles Baudelaire)
Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2009
Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2009
Στη ΓΑΖΑ ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΑΜΑΧΟΥΣ -- ΒΟΜΒΑΡΔΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΨΑΧΝΟ ΜΕ ΝΑΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΜΗΝ ΑΚΟΥΤΕ ΤΑ ΜΜΕ


Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχθηκα την ήττα
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες
Μιλάτε
δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Το πανικό που στραγγαλίζει τη καρδιά σας σα σημαία
καρφώσατε σ' εξώστες
με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
η πρόγνωσή σας ασφαλής
-Θα πέσει η πόλις
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχθηκα την ήττα
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες
Μιλάτε...(Μανώλης Αναγνωστάκης)
όμως εγώ δεν παραδέχθηκα την ήττα
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες
Μιλάτε
δείχνετε πληγές αλλόφρονες στους δρόμους
Το πανικό που στραγγαλίζει τη καρδιά σας σα σημαία
καρφώσατε σ' εξώστες
με σπουδή φορτώσατε το εμπόρευμα
η πρόγνωσή σας ασφαλής
-Θα πέσει η πόλις
Κι ήθελε ακόμη πολύ φως να ξημερώσει
όμως εγώ δεν παραδέχθηκα την ήττα
Έβλεπα τώρα πόσα κρυμμένα τιμαλφή έπρεπε να σώσω
πόσες φωλιές νερού να συντηρήσω μέσα στις φλόγες
Μιλάτε...(Μανώλης Αναγνωστάκης)
Στήνουμε θέατρα και τα χαλούμε
όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά
αλλά η μοίρα μας πάντα νικά
Και τα σαρώνει και μας σαρώνει
τους θεατρίνους, το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς
Σάρκες, λινάτσες, πέπλα, στολίδια
στίχους, συστήματα και τα φτιασίδια
φτερά και πούπουλα και τις κραυγές
κι τα λιογέρματα και τις χαρές
ριγμένα ανάκατα μαζί μ' εμάς
πες μου πού πάμε πες μου πού πας
Κοίτα τα νεύρα μας γυμνά στο δέρμα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα
Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
πότε μας γέννησαν πότε μας θάψαν
Και τεντωμένα σαν τις χορδές
κάποιας κιθάρας. Ξύπνα και δες
και την καρδιά μας σαν το σφουγγάρι
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνει το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή (Γιώργος Σεφέρης,Θεατρίνοι)
όπου βρεθούμε κι όπου σταθούμε
στήνουμε θέατρα και σκηνικά
αλλά η μοίρα μας πάντα νικά
Και τα σαρώνει και μας σαρώνει
τους θεατρίνους, το θεατρώνη
υποβολέα και μουσικούς
στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς
Σάρκες, λινάτσες, πέπλα, στολίδια
στίχους, συστήματα και τα φτιασίδια
φτερά και πούπουλα και τις κραυγές
κι τα λιογέρματα και τις χαρές
ριγμένα ανάκατα μαζί μ' εμάς
πες μου πού πάμε πες μου πού πας
Κοίτα τα νεύρα μας γυμνά στο δέρμα
σαν τις λουρίδες ονάγρου ή ζέβρα
Γυμνά κι ανάερα, στεγνά στην κάψα
πότε μας γέννησαν πότε μας θάψαν
Και τεντωμένα σαν τις χορδές
κάποιας κιθάρας. Ξύπνα και δες
και την καρδιά μας σαν το σφουγγάρι
στο δρόμο σέρνεται και στο παζάρι
πίνει το αίμα και τη χολή
και του τετράρχη και του ληστή (Γιώργος Σεφέρης,Θεατρίνοι)
Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2008
Και να τι θέλω τώρα να σας πω
μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχομαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε: «τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή»
Ε, το λοιπόν, ότι και να είναι τ' άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
Για μένα το λοιπόν το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είν’ ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
είν’ ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε
Είν’ ένας άνθρωπος... (Ναζίμ Χικμέτ)
μες στις Ινδίες, μέσα στην πόλη της Καλκούτας
φράξαν το δρόμο σ’ έναν άνθρωπο
αλυσοδέσαν έναν άνθρωπο κει που εβάδιζε
Να το λοιπόν γιατί δεν καταδέχομαι
να υψώσω το κεφάλι στ’ αστροφώτιστα διαστήματα
Θα πείτε: «τ’ άστρα είναι μακριά
κι η γη μας τόσο δα μικρή»
Ε, το λοιπόν, ότι και να είναι τ' άστρα
εγώ τη γλώσσα μου τους βγάζω
Για μένα το λοιπόν το πιο εκπληκτικό
πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο
είν’ ένας άνθρωπος που τον μποδίζουν να βαδίζει
είν’ ένας άνθρωπος που τον αλυσοδένουνε
Είν’ ένας άνθρωπος... (Ναζίμ Χικμέτ)
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο
βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω
Αν είχα θάρρος για να πω το έλα
τώρα δε θα’ χα τη φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ’ταν άσπρη τρέλα
αν είχε σώμα θα ’ταν πάλι ψέμα
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σα να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
Μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
να ’χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ...
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοι μου φίλοι
Το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα ’τανε φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ’ταν άσπρο ο φόβος
αν είχε σώμα θα ’ταν σαν κι εμένα
Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς να’ ανέβεις
Και σε λυπούνται που δεν το ’χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν πάντα κρότος
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτόν τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
τους λέω μια φράση σα να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να’ ναι σαν κι εμένα
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ...
γιατί τα βράδια κρύβεστε στο γκρίζο
βλέπω στο άσπρο σας την προβολή μου
και το μετά απ’ το μετά γνωρίζω
Αν είχα θάρρος για να πω το έλα
τώρα δε θα’ χα τη φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ’ταν άσπρη τρέλα
αν είχε σώμα θα ’ταν πάλι ψέμα
Κοίτα τα χέρια πως γυρνούν στον τοίχο
σα να χορεύουνε με τη σιωπή μου
κι εγώ που χρόνια γύρευα το στίχο
που θα εξηγήσει τη βουβή ζωή μου
Μεταμφιέζω τη σιωπή σε λέξη
και τη χαρίζω σ’ όποιον μου εξηγήσει
να ’χει το μέλλον μου να επιλέξει
ποιο παρελθόν μου θα ξαναγυρίσει
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ...
Λευκή μου τύχη και λευκή ζωή μου
καλά τα λεν οι έγχρωμοι μου φίλοι
Το πρόβλημά μου η υπερβολή μου
κι ό,τι αργεί απάντηση να στείλει
Αν είχε θάρρος να φανεί ο λόγος
τώρα δε θα ’τανε φωτιά στο αίμα
αν είχε χρώμα θα ’ταν άσπρο ο φόβος
αν είχε σώμα θα ’ταν σαν κι εμένα
Αν σ’ αγαπούν να μάθουν να το λένε
κι αν δε στο πουν να μάθεις να το κλέβεις
κι αν θες να δεις τ’ αληθινά να καίνε
πρέπει στο ύψος της φωτιάς να’ ανέβεις
Και σε λυπούνται που δεν το ’χεις νιώσει
κι εσύ λυπάσαι που το ξέρεις πρώτος
και που κανείς δεν είχε λάβει γνώση
πως η σιωπή σου ήταν πάντα κρότος
Δικαίωμά μου να ποντάρω λίγα
δικαίωμά μου να πηγαίνω πάσο
κι εκεί που λένε πως ποτέ δεν πήγα
εγώ δεν πρόλαβα να το ξεχάσω
Κι όποιος ρωτήσει γιατί πάντα φεύγω
μ’ αυτόν τον τόνο του λευκού στο βλέμμα
τους λέω μια φράση σα να υπεκφεύγω
με μια ελπίδα να’ ναι σαν κι εμένα
Τίποτα σημαντικό
ζω μονάχα εν λευκώ...

Τὴν σκέψη στὸ πλαδαρὸ μυαλό σας ποὺ ὀνειρεύεται,σὰν ὑπηρέτης λαίμαργος σὲ καναπὲ λιγδιάρικο μὲ τὴν καρδιὰ κουρέλι ματωμένο θὰ ἐρεθίσω·χορταστικὰ χλευαστικός, ξεδιάντροπος καὶ καυστικός.Οὔτε μιὰ γκρίζα τρίχα δὲν ἔχω στὴν ψυχή,μήτε τῶν γηρατειῶν τὴν στοργή!Μέγας ὁ κόσμος μὲ τῆς φωνῆς τὴ δύναμη ἔρχομ᾿ ὄμορφος,στὰ εἰκοσιδυό μου χρόνια.Τρυφεροί μου!Ἀφῆστε τὸν ἔρωτα στὰ βιολιά.Εἶναι βάρβαρο στὰ τύμπανα νὰ μένει.Καὶ δὲν μπορεῖτε νὰ φέρετε τὰ πάνω κάτω ὅπως ἐγώ,ὥστε νὰ μείνουν μόνο τὰ χείλη.Ἐλᾶτε νὰ μάθετε -ἀπ᾿ τὸ βελούδινο σαλόνι τοῦ τάγματος τῶν ἀρχαγγέλων τὸ πρωτόκολλο ποὺ ἤρεμα τὰ χείλη ξεφυλλίζει ὅπως ἡ μαγείρισσα τὸ βιβλίο τῶν συνταγῶν.Πηγαίνετε -Ἡ σάρκα πάει νὰ μὲ τρελάνει-κι ὅπως ἀλλάζει χρῶμα ὁ οὐρανός-Πηγαίνετε -θὰ εἶμαι ἄψογα τρυφερός,δὲν εἶμαι ἄντρας ἐγώ, εἶμαι ἕνα σύννεφο με παντελόνια!(Βλαδιμήρ Μαγιακόφσκι)
Μεθύστε
Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος. Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ, πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ, μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο, ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ, τὸ κάθε τί ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ, ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι, καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπῆ!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει!(Σαρλ Μπωντλαίρ)
Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος. Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ, πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. Ἀλλὰ μεθύστε.
Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ, μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο, ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ, τὸ κάθε τί ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ, ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι, καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:
-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!
Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπῆ!
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει!(Σαρλ Μπωντλαίρ)
Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008
Να σου γλείψω τα χέρια,να σου γλείψω τα πόδια,–η αγάπη κερδίζεται με την υποταγή.Δεν ξέρω πως αντιλαμβάνεσαι εσύτον έρωτα.Δεν είναι μόνο μούσκεμα χειλιών,φυτέματα αγκαλιασμάτων στις μασχάλες,συσκότιση παραπόνου,παρηγοριά σπασμών.Είναι προπάντων επαλήθευση της μοναξιάς μας,όταν επιχειρούμε να κουρνιάσουμε σε δυσκολοκατάχτητο κορμί.""Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας,κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,έναν ώμο ν' ακουμπάτε την πίκρα σας,ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,έστω και μια φορά;Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή για τους απεγνωσμένους;"(Ντίνος Χριστιανόπουλος)
Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2008

Πολλοί θέλουν την άνοιξη κι άλλοι το καλοκαίρι
Και το χειμώνα το βαρύ μονάχα οι καλογέροι
Έλα βοριά καλέ βόρια χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα να σφραγιστούν οι θύρες
να μην περνούν οι έμορφες και πέσω σε παγίδες
Γιατί είμαι αδύναμο σκαρί και χάνω τη σειρά μου
όταν γυναίκα δαίμονας περάσει από κοντά μου
Η πίστη θέλει στήριγμα θεό που να λατρεύει
και μοναστήρι πέτρινο κελί σαν μαύρη απόχη
στρώμα από άγριο μαλλί τα όνειρα να διώχνει
Έλα βοριά καλέ βόρια χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα να σφραγιστούν οι θύρες
να μην περνούν οι έμορφες και πέσω σε παγίδες
Και το χειμώνα το βαρύ μονάχα οι καλογέροι
Έλα βοριά καλέ βόρια χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα να σφραγιστούν οι θύρες
να μην περνούν οι έμορφες και πέσω σε παγίδες
Γιατί είμαι αδύναμο σκαρί και χάνω τη σειρά μου
όταν γυναίκα δαίμονας περάσει από κοντά μου
Η πίστη θέλει στήριγμα θεό που να λατρεύει
και μοναστήρι πέτρινο κελί σαν μαύρη απόχη
στρώμα από άγριο μαλλί τα όνειρα να διώχνει
Έλα βοριά καλέ βόρια χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα να σφραγιστούν οι θύρες
να μην περνούν οι έμορφες και πέσω σε παγίδες
Σ'αυτόν τον παραζαλισμένο κόσμο,που οι άνθρωποι ξεφυτρώνουν απ΄τη γη σαν τους ασπάλακες για να βλάψουν και να ξαναμπούν μέσα της ,η συμφορά είναι παλιά όσο και το χώμα.Ο κόσμος είναι γεμάτος από ασχήμιες που τις έκαναν οι άνθρωποι σε στιγμές που ξεχάσανε τον θάνατο.Μα πάνω σε αυτή τη στοιβαγμένη αθλιότητα υπαρχουν και μερικές ομορφιές-οι λιγοστές ομορφιές-που έκαναν κάποιοι άνθρωποι,οι μόνοι που ήξεραν πως θα πεθάνουν! (Μενέλαος Λουντέμης)
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2008
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













































