Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2008


Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2008

Όλοι εμείς οι απροσάρμοστοι είμαστε καταδικασμένοι να σκοτωθούμε,καταρώμενοι μια εξουσία που τελικά στηρίζουμε με το θάνατό μας( Ernesto Che Guevara)

Λευτεριά, λευτεριά σχίζει, δαγκάνει
τους ουρανούς το στέμμα σου, το φως σου
χωρίς να καίει, τυφλώνει το λαό σου
Πεταλούδες χρυσές οι Αμερικάνοι
λογαριάζουν, πόσα δολάρια κάνει
σήμερα το υπερούσιο μέταλλό σου

Λευτεριά, λευτεριά, θα σ' αγοράσουν
έμποροι και κονσόρτια κι εβραίοι
Είναι πολλά του αιώνα μας τα χρέη
πολλές οι αμαρτίες, που θα διαβάσουν
οι γενεές, όταν σε παρομοιάσουν
με το πορτραίτο του Dorian Gray(Κ.Καρυωτάκης)

Οι αστικές επαναστάσεις, όπως λχ οι επαναστάσεις του 18ου αιώνα, βαδίζουν ορμητικά από επιτυχία σε επιτυχία, τα δραματικά τους αποτελέσματα ξεπερνούν το ένα μετά το άλλο, άνθρωποι και πράγματα φαίνονται σα να περιβάλλονται από αστραφτερά διαμάντια, η έκσταση είναι το πνεύμα της ημέρας. Μα οι επαναστάσεις αυτές ζούνε λίγο καιρό, γρήγορα φτάνουν στο αποκορύφωμά τους και μια μακρόχρονη αποχαύνωση κυριεύει την κοινωνία προτού μάθει να αφομοιώνει νηφάλια τα αποτελέσματα τη ορμητικής και θυελλώδικης εποχής της.
Αντίθετα οι προλεταριακές επαναστάσεις, όπως οι επαναστάσεις του19ου αιώνα, κάνουν αδιάκοπη κριτική στον ίδιο τον εαυτό τους, διακόπτουν κάθε τόσο την ίδια την πορεία, ξαναγυρίζουν σε εκείνο που φαίνεται ότι έχει πραγματοποιηθεί για να ξαναρχίσουν από την αρχή, περιγελάνε με ωμή ακρίβεια τις μισοτελειωμένες δουλειές, τις αδυναμίες και τις ελεεινότητες των πρώτων τους προσπαθειών, φαίνεται να ξαπλώνουν τον αντίπαλό τους μόνο και μόνο για να του δώσουν την ευκαιρία ν’ αντλήσει δυνάμεις από τη γη και να ορθωθεί και πάλι γιγάντιος μπροστά τους, οπισθοχωρούν συνεχώς μπροστά στην ακαθόριστη απεραντοσύνη των σκοπών τους, ώσπου να δημιουργηθεί η κατάσταση που κάνει αδύνατο κάθε ξαναγύρισμα και όπου οι ίδιες οι περιστάσεις φωνάζουν:
Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα
εδώ είναι το ρόδο εδώ χόρεψε ”
(Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ)

Φάε όλο το μεταλλαγμένο φα'ί' σου γιατί αλλού τα παιδάκια πεινάνε.Ο ΟΗΕ μάς καλεί να τρώμε γενετικά τροποποιημένα προ'ι'όντα γιατί έτσι θα στηρίξουμε λέει τις πολυεθνικές που τα παράγουν και,έτσι,αυτές θα μπορέσουν,λέει,να τα εξάγουν σε χαμηλή τιμή στις χώρες του Τρίτου Κόσμου,όπου οι άνθρωποι ψοφάνε της πείνας!Το μόνο που "ξεχνάει" ο ΟΗΕ να μας πει έιναι γιατί στις χώρες αυτές οι άνθρωποι δεν εχουν φα'ί' να φάνε...

χω ένα έντομο κάτω από τη σάρκα.Περιπολεί τα μέσα μου κάθε που ο καιρός ζεσταίνει και μαζεύεται κουβάρι και κουρνιάζει,όποτε έρχεται η ψύχρα η ευλογητή.Δεν το έχω δεί ποτέ μου.Δεν ξέρω τη μορφή του,το σχήμα του.Το φαντάζομαι,όμως,και με κυριεύει πανικός και αποστροφή.Το έντομο με κατέχει καλύτερα κι από μένα τον ίδιο.Το κουβαλάω σώψυχά μου από τότε που το παιδί που ήμουν έγινε άντρας.Φανερώθηκε ξαφνικά κάποιο καλοκαίρι.'Εμοιαζε θυμωμένο ή πεινασμένο ή και τα δυο μαζί γιατί γυρόφερνε με καταλυτική μανία απ'άκρη σ' άκρη στα εσώτατα του εγώ μου.Το ξέσπασμά του,απροσδόκητο.Με βρήκε απροετοίμαστο.Οι συνέπειες άμεσες.Κλείστηκα στο σπίτι μου,στον εαυτό μου.Δεν σηκωνόμουν απ'το κρεβάτι παρά μόνο για τις φυσικές μου ανάγκες.Έτρωγα ελάχιστα,σχεδόν καθόλου,αλλά κι αυτό το λίγο δεν το κρατούσα στο στομάχι μου.Η αιματέμεση ήταν καθημερινή μου νέμεση για κρίματα που αγνοούσα.Κάπνιζα πολύ,ο,τιδήποτε είναι δυνατό να στρίψεις και να το καπνίσεις.Στο σούρουπο των αντοχών μου ο καπνός απ'το Μαρόκο,οι παραισθησιογόνες ουσίες και το αλκοόλ έγιναν καταφύγιο μέσα στη φυλακή μου.Παυσίπονα και παυσίλυπα.Ψέματα που απάλυναν την ανελέητη αλήθεια.Για λίγο,έστω.Στο στεροφωνικό είχε κολλήσει το ίδιο cd,ένας δίσκος με μαύρες ελεγείες,ρέκβιεμ για μια ζωή που τελείωνε-όπως πίστευα.Και ήρθε το άγιο φθινόπωρο και ύστερα ο χειμώνας και το κρύο ανάγκασε το έντομο να λουφάξει κι εμένα να ξεμυτίσω και πάλι στον κόσμο των ανθρώπων.Από τότε το περισσότερο που πέτυχα είνα να ελέγχω κάπως την φθορά που προκαλεί ο ερχομός του.Να γονατίζω μα να μην πέφτω στα τέσσερα.Το έντομο τρέφεται με το απόθεμα του θάρρους μου και γεννά αυγά λιγοψυχιάς.Ελλοχεύει στο σταυροδρόμι με τις σκέψεις μου και διαλέγει την πιο ακέραια για να τη μολύνει.Την παίρνει στο κατόπι και δεν την αφήνει μέχρι που να την φτάσει.Τη σφιχταγκαλιάζει με τα αρθρωτά του πόδια,τη χα'ι'δολογεί με τις αδιάκοπα ερευνητικές κεραίες του και σε χρόνο ανύποπτο χώνει βαθιά το σιχαμερό κεντρί του,φορέα δηλητηρίου και ακαθαρσιών.Γατζωμένο πάνω της την αφιονίζει σιωπηλά και είναι από μόνη της αυτή η σιωπή παραφροσύνη και τρόμος.Η σκέψη μου,ανίσχυρη να αμυνθεί,υποτάσσεται και,ενώ ο εφιάλτης απομυζεί την ορθότητά της,εκείνη σκεβρώνει και χάνεται στην ανυπαρξία αφήνοντας πίσω σκέλεθρο,υπόμνημα πως κάποτε τη γέννησα,μα τώρα ας τη θρηνήσω.Άλλες φορές το έντομο κατεβαίνει νότια και παραφυλάει στα σύνορα της καρδιάς μου και τούτο είναι δολιότητα αφού εκεί τα θηράματα που λέγονται αισθήματα είναι ό,τι μου έχει απομείνει για να συνεχίσω να ονειρεύομαι,αλλά και όλα όσα το έντομο δεν έχει,όλα όσα δε θα αποκτήσει,όλα όσα φθονεί γιατί δεν μπορεί να κατανοήσει,γι'αυτό και μοχθεί να εκμηδενίσει.Και ήρθε μια μέρα που το πήρα απόφαση να μάθω το μυστικό πίσω από το έντομο.Να καταλάβω από που προέρχεται,γιατι με επέλεξε για ξενιστή του...Γιατί εμένα;Οι τοιχοι του ιατρείου ήταν μπλε και ένας διάδρομος σαν φέρετρο με έφερε απέναντι στον ειδικό.Με ρώτησε πράγματα,επανέφερε μνήμες,με έσκαψε μεχρι που τα μάτια μου απελευθέρωσαν άλγος που έβρεξε με αλμύρα τα χείλη μου. Καθάρισε το λαιμό του βήχοντας και μου εξήγησε πως είναι δικό μου παιδί το έντομο κάτω από τη σάρκα μου που το λένε ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ!ΜΗΝ ΑΦΗΣΕΙΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΣΕ ΤΡΩΕΙ ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΝΑ ΧΟΡΤΑΣΕΙ!!!

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008


Έχω μια τίγρη μέσα μου, άγρια λιμασμένη
που όλο με περιμένει κι όλο την καρτερώ
τηνε μισώ και με μισεί, θέλει να με σκοτώσει
μα ελπίζω να φιλιώσει καιρό με τον καιρό

Έχει τα δόντια στην καρδιά, τα νύχια στο μυαλό μου
κι εγώ για το καλό μου για 'κείνη πολεμώ
κι όλου του κόσμου τα καλά με κάνει να μισήσω
για να της τραγουδήσω το πιο βαρύ καημό

Όρη, λαγκάδια και γκρεμνά με σπρώχνει να περάσω
για να την αγκαλιάσω στον πιο τρελό χορό
κι όταν τις κρύες τις βραδιές θυμάται τα κλουβιά της
μου δίνει την προβιά της για να τηνε φορώ

Καμιά φορά που απ' το πιοτό πέφτουμε μεθυσμένοι
σχεδόν αγαπημένοι καθείς να κοιμηθεί
και μοιάζει ετούτη η σιωπή με λίγο πριν τη μπόρα
σαν τη στερνή την ώρα που θα επιτεθεί(Χα'ί'νιδες)

Το ξέρω πως υπάρχεις και ψάχνω να σε βρω
μα η ζωή που ζούμε είναι μικρή, θαρρώ

Πολλές φορές σε είδα να ’ρχεσαι από μακριά
και πρόσωπο ν' αλλάζεις σαν έφτανες κοντά

Ξοδιάζω τη ζωή μου μες στους συλλογισμούς
μα απ' την καλή μου αγάπη δε δίνω κανενός

Το ξέρω πως υπάρχεις κι ίσως να μη σε βρω
μα πάντα θα σε ψάχνω και θα σου τραγουδώ(Λουδοβίκος των Ανωγείων)

Της μοναξιάς τον πόνο να τιθασεύσω πώς μπορώ,με μάτια όμοιά σου σαν έρχομαι αντίκρυ,και χαμογέλιο που χαρμόλυπο κι ειρωνικό συνάμα μοιάζει,Συ της ζωής θήλυ μου πλασματικό και της ψυχής μαράζι!

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008



Αγέρα να 'σαι τιμωρός,
να 'σαι και παιχνιδιάρης
κι αν βαρεθεί η ψυχούλα μου,
να 'ρθεις να μου την πάρεις.
Για να κοιτάζει από ψηλά,
του κόσμου τη ραστώνη,
να ξεχαστεί σαν των βουνών,
το περσινό το χιόνι.(Θανάσης Παπανωνσταντίνου)

Σε ορυχεία σκοτεινά
πετάω τα σκουπίδια,
όσα μου έφερε η ζωή,
μα όσα και γω της πήγα.
Εκείνα που δε λέγονται,
δε λιώνουν σε καμίνι,
που θα τα πάρει ο διάβολος
να κάνει κομποσκοίνι.
Πολλές φορές προσπάθησα,
μα αυτά τα γαμημένα,
αντί να βγούν στα χείλη μου
σφηνώνουν στον αυχένα.
Γι αυτό άμα δείτε μάγκες μου,
έτσι πως τραγουδάω,
ρίχνω το σώμα μου μπροστα,
σα να σας προσκυνάω.(Θανάσης Παπακωνσταντίνου)

Είπε,πιστεύω στην ποίηση,στον έρωτα,στο θάνατο.Γι'αυτο,ακριβώς,πιστεύω στην αθανασία!Γράφω ένα στίχο,γράφω τον κόσμο,υπάρχω,υπάρχει ο κόσμος!Από την άκρη του μικρού δαχτύλου μου,ρέει ένα ποτάμι.Ο ουρανός είναι εφτά φορές γαλάζιος!Τούτη η καθαρότητα είναι και πάλι η πρώτη αλήθεια,η τελευταία μου θέληση...(Γιάννης Ρίτσος)

Ζητούσαν να τον προστατεύσουν,οι ίδιοι,προστατευμένοι απ'το όνομά του.Μην κάνεις ετούτο ή το άλλο-του λεγαν-μη δίνεις στόχο,μη λύνεις μπροστά τους τα κορδόνια σου ή τη ζώνη σου,μη γίνεσαι κάθε φορά θύμα της ειλικρίνειάς σου.Εκείνος,τους χαμογέλαγε συγκατανευτικά, και με τα δυο του δάχτυλα μόνο έπαιρνε όλα τους τα "μη¨και τα πετούσε στο δοχείο απορριμάτων,μαζι με τα ρούχα του.Κι έτσι γυμνός,ωραίος,επαναστάτης,φορώντας μονάχα τα τρύπια του,απ'τις πολλές ορειβασίες παππούτσια,πέρασε κάτω απ'τις ζητωκραυγές και χάθηκε μες την αθανασία...(Γιάννης Ρίτσος)

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ,μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη.Διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.A ,όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω. (Κ.Καβάφης)

Τί κάνετε,ρώτησαν τον κ.Κ.,όταν αγαπάτε έναν άνθρωπο;Κάνω ένα σκίτσο του,αποκρίθηκε ο κ.Κ.,και φροντίζω να του μοιάζει.Ποιό,το σκίτσο;Όχι,αποκρίθηκε ο κ.Κ.,ο άνθρωπος.(B.Brecht)

Κατερίνα,πού είσαι;


"Πάει. Αυτό ήταν.Χάθηκε η ζωή μου φίλε μέσα σε κίτρινους ανθρώπους,βρώμικα τζάμια,κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.'Αρχισα να γέρνω σαν εκείνη την ιτιούλα που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.Είναι το γαμώτο που δεν έζησα!(Κατερίνα Γώγου)

Θα 'ρθει καιρός,που θ' αλλάξουν τα πράγματα,να το θυμάσαι Μαρία.Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη;Μη βλέπεις εμένα μην κλαις.Εσύ είσαι η ελπίδα.,Άκου, θα 'ρθει καιρός,που τα παιδιά θα διαλέγουν γονιούς,δε θα βγαίνουν στην τύχη.Δεν θα υπάρχουν πόρτες κλειστές με γερμένους απ' έξω και τη δουλειά θα τη διαλέγουμε,δε θα 'μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.Οι άνθρωποι, σκέψου,θα μιλάνε με χρώματα κι άλλοι με νότες.Να φυλάξεις μοναχά σε μια μεγάλη φιάλη με νερό λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές :απροσάρμοστοι, καταπίεση,μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός,για το μάθημα της Ιστορίας.Είναι Μαρία, δε θέλω να λέω ψέματα,δύσκολοι καιροί και θα' ρθουνε κι άλλοι.Δε ξέρω, μην περιμένεις κι από μένα πολλά,τόσα έζησα, τόσα έμαθα, τόσα λέω .Κι απ' όσα διάβασα ένα κράτησα καλά.Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!Θα την αλλάξουμε τη ζωή...παρ' όλα αυτά Μαρία(Κατερίνα Γώγου)

Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα βγω στους δρόμους όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά ένα κομμάτι από τον πατέρα κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα -αυτά που μ' άφησαν- και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν. Και τους φίλους μας που χάθηκαν. Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα ίσα ολόισα στη φωτιά και θα μπω όπως και χτες φωνάζοντας "φασίστες!!" στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες μ' ένα κόκκινο λάβαρο ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο. Θ' ανοίξω την πόρτα και είναι -όχι πως φοβάμαι- μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα και πως εσύ πρέπει να μάθεις να μην κατεβαίνεις στο δρόμο χωρίς όπλα όπως εγώ - γιατί εγώ δεν πρόλαβα- γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ "έτσι" "αόριστα" σπασμένη σε κομματάκια από θάλασσα, χρόνια παιδικά και κόκκινα λάβαρα. Ένα πρωί θ' ανοίξω την πόρτα και θα χαθώ με τ΄όνειρο της επανάστασης μες την απέραντη μοναξιά των δρόμων που θα καίγονται, μες την απέραντη μοναξιά των χάρτινων οδοφραγμάτων με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις!!(Κατερίνα Γώγου)

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2008

Χαμογέλα,ρε...Τι σου ζητάνε;

"Ποιά ζωή, ρε καρντάσια;Η ζωή μας μια φορά μάς δίνεται,άπαξ,που λένε,σα μια μοναδική ευκαιρία.Τουλάχιστον μ'αυτήν την αυτόνομη μορφή της δεν πρόκειται να ξαναυπάρξουμε ποτέ.Και μείς τι την κάνουμε,ρε,αντί να την ζήσουμε;Τι την κάνουμε;Τη σέρνουμε από δω κι από κει δολοφονόντας την...Οργανωμένη κοινωνια,οργανωμένες ανθρώπινες σχέσεις.Μα αφού είναι οργανωμένες,πώς είναι σχέσεις;Σχέση σημαίνει συνάντηση,σημαίνει έκπληξη,σημαίνει γέννα συναισθήματος,πώς να οργανώσεις τα συναισθήματα...Έτσι,μ'αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι,σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος,και μας είναι βάρος,γιατί δε ζούμε,κατάλαβες;'Ολο κοιτάμε το ρολόι,να φύγει κι αυτή η ώρα,να φύγει κι αυτή η μέρα,να έρθει το αύριο,και πάλι φτου κι απ'την αρχή.Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών,σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας,μέσα στις σπηλιές του είναι μας,στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας,και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν "αξίες",σαν "ηθική",σαν "πολιτισμό".Κάναμε το σώμα μας ένα απέραντο νεκροταφείο δολοφονημένων επιθυμιών και προσδοκιών,αφήνουμε τα πιο σημαντικά,τα πιο ουσιαστικά πράγματα,όπως να παίξουμε και να χαρουμε μεταξύ μας,να παίξουμε και να χαρουμε με τα παιδιά και τα ζώα,με τα λουλούδια και τα δέντρα,να κανουμε έρωτα,να απολαύσουμε τη φύση,τις ομορφιές του ανθρώπινου χεριού και του πνεύματος,να κατεβούμε τρυφερά μέσα μας, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας και τον διπλανό μας...Όλα,όλα τα αφήνουμε για το αύριο που δε θα ρθει ποτέ...Αφού ανατέλλει,δύει ο ήλιος και δεν πάμε πουθενά αλλού,παρά μόνο στο θάνατο,και μεις οι μαλάκες,αντί να κλαίμε το δειλινό που χάθηκε άλλη μια μέρα απ'τη ζωή μας,χαιρόμαστε.Ξέρεις γιατι;Γιατι η μέρα μας είναι φορτωμένη ,αντί να είναι μια περιπέτεια,μια σύγκρουση με τα όρια της ελευθερίας μας.Την καταντήσαμε έναν καθημερινό,χωρίς καμμία ελπίδα ανάστασης,θάνατο,διότι αυτός είναι ο θάνατος.Ο άλλος,όταν γεράσουμε σε αρμονία και ελευθερία με τον εαυτό μας,όταν δηλαδή παραμείνουμε εμείς,δεν είναι θάνατος,είναι μετάβαση,είναι διάσπαση σε μύριες άλλες ζωές,στις οποίες,αν εδώ,σε τούτη τη μορφή ζωής είσαι ζωντανός,αν δε δολοφονήσειςτην ουσία σου, εκεί θα δώσεις χάρη και ομορφιά,όπως η Μαρία που φόυνταρε προχτές απο την ταράτσα για να μην πεθάνει.Του χρόνου,όλα τα στοιχεία της,που τα κράτησε ζωντανά σε τούτη τη μορφή ζωής,θα γίνουν πανσέδες,δέντρα,πουλιά,ποτάμια ..."

Τέμνοντας άπειρες αχτίδες φωτός,μια σταγόνα βροχής εμβόλισε κάλυκα άνθους.Η έκρηξη έφερε στην επιφάνεια άπειρα ψήγματα πάθους.Δε γνώριζε- η σταγόνα- πώς η απόλυτη υλοποίηση του αισθήματος,όπως και η ελέυθερη πτώση,φέρνουν μαζί τους τον κατακερματισμό,την εκδίκηση του καιρού και,ενίοτε,την αδράνεια του θανάτου...

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008


Η Πολιτική Οικονομία,επιστήμη του πλούτου,ειναι ταυτόχρονα και η επιστήμη των στερήσεων,της αποταμίευσης και καταφέρνει πραγματικά να κάνει τον άνθρωπο να κάνει οικονομία της ίδιας της ανάγκης για καθαρό αέρα ή της φυσικής κίνησης.Αυτή η επιστήμη της θαυματουργής βιομηχανίας είναι επίσης η επιστήμη του ασκητισμού και το πραγματικό της ιδανικό είναι ο ασκητικός φιλάργυρος και ο ασκητικός ,αλλά παραγωγός δούλος.Το ηθικό της ιδεώδες είναι ο εργάτης που πηγαίνει στο ταμιευτήριο ένα μέρος του μισθού του και για να δοξάζει αυτό το χαριτωμένο ιδανικό,διαθέτει η ίδια μια δουλική τέχνη.Βάζει να σκαρώνουν αισθηματικά έργα πάνω σ'αυτό.Η απάρνηση του εαυτού σου,η παραίτηση από τη ζωή και από όλες τις ανθρώπινες ανάγκες είναι το κεντρικό της θέμα.Όσο λιγότερο τρως,όσο λιγότερα βιβλία αγοράζεις,όσο λιγότερο πας στο θέατρο,στο χορό,στην ταβέρνα.όσο λιγότερο σκέφτεσαι,όσο λιγότερο κάνεις θεωρία,όσο λιγότερο ερωτεύεσαι,τραγουδάς,θλίβεσαι,κάνεις ποιήματα κ.τ.λ τόσο περισσότερα αποταμιεύεις,τόσο περισσότερο φουσκώνεις το πορτοφόλι σου,που δε θα το φάει ούτε ο σκόρος ούτε η σκόνη,αυξάνεις το κεφάλαιο σου.Όσο λιγότερο ζείς,όσο λιγότερο εκδηλώνεις τη ζωή σου,τοσο περισσότερα έχεις,τόσο περισσότερο επεκτείνεται η αλλοτριωμένη ζωή σου,τόσο περισσότερο συσσωρεύεις το αλλοτριωμένο σου είναι.Όλα αυτά που ο οικονομολόγος σου παίρνει απ'τη ζωή και την ανθρωπιά ,στα αντικαθιστά με χρήμα και πλούτο και όλα όσα δεν μπορείς να κάνεις,το χρήμα σου μπορεί!Μπορεί να τρώει,να πίνει,να πηγαίνει στο χορό,στο θέατρο.Γνωρίζει την Τέχνη,την πολυμάθεια,τα ιστορικά αξιοθέατα,την πολιτική δύναμη.Αυτόματα,όλα τα πάθη και κάθε δραστηριότητα καταχωνιάζονται στη δίψα της ΚΑΤΟΧΗΣ...(Καρλ Μαρξ)

Κόσμοι ολόκληροι πρέπει να νοιώσουν τους πόνους της γέννας για να γεννηθεί και το πιο ταπεινό λουλούδι (Oscar Wilde)

Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
Και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σκίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων

Για το Μαντράς, τη Σιγκαπούρ, τ’ Αλγέρι και το Σφαξ
θ’ αναχωρούν σαν πάντοτε περήφανα τα πλοία
κι εγώ σκυφτός σ’ ένα γραφείο με χάρτες ναυτικούς
θα κάνω αθροίσεις σε χοντρά λογιστικά βιβλία

Θα πάψω πια για μακρινά ταξίδια να μιλώ
Οι φίλοι θα νομίζουνε πως τα ’χω πια ξεχάσει
κι η μάνα μου χαρούμενη θα λέει σ’ όποιον ρωτά
Ήταν μια λόξα νεανική, μα τώρα έχει περάσει

Μα ο εαυτός μου μια βραδιά εμπρός μου θα υψωθεί
και λόγο ως ένας δικαστής στυγνός θα μου ζητήσει
κι αυτό τ’ ανάξιο χέρι μου που τρέμει θα οπλιστεί
θα σημαδέψει, κι άφοβα τον φταίχτη θα χτυπήσει

Κι εγώ που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες
θα ’χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες(Νίκος Καββαδίας)

Το παιδί που γνώρισε
ένα μεγάλο πάθος
ξέρει τι είναι τάφος
και ύστατη στιγμή

Το γαλάζιο σώμα του
έγινε νεφέλωμα
και το μαύρο γέλιο του
με χτυπάει όπου με βρει!
(Γιώργος Κακουλίδης,για τον Κ.Καρυωτάκη)

Tito: "Non avrai altro Dio all'infuori di me, spesso mi ha fatto pensare: genti diverse venute dall'est dicevan che in fondo era uguale. Credevano a un altro diverso da te e non mi hanno fatto del male. Credevano a un altro diverso da te e non mi hanno fatto del male. Non nominare il nome di Dio, non nominarlo invano. Con un coltello piantato nel fianco gridai la mia pena e il suo nome: ma forse era stanco, forse troppo occupato, e non ascoltò il mio dolore. Ma forse era stanco, forse troppo lontano, davvero lo nominai invano. Onora il padre, onora la madre e onora anche il loro bastone, bacia la mano che ruppe il tuo naso perché le chiedevi un boccone: quando a mio padre si fermò il cuore non ho provato dolore. Quanto a mio padre si fermò il cuore non ho provato dolore. Ricorda di santificare le feste. Facile per noi ladroni entrare nei templi che rigurgitan salmi di schiavi e dei loro padroni senza finire legati agli altari sgozzati come animali. Senza finire legati agli altari sgozzati come animali. Il quinto dice non devi rubare e forse io l'ho rispettato vuotando, in silenzio, le tasche già gonfie di quelli che avevan rubato: ma io, senza legge, rubai in nome mio, quegli altri nel nome di Dio. Ma io, senza legge, rubai in nome mio, quegli altri nel nome di Dio. Non commettere atti che non siano puri cioè non disperdere il seme. Feconda una donna ogni volta che l'ami così sarai uomo di fede: Poi la voglia svanisce e il figlio rimane e tanti ne uccide la fame. Io, forse, ho confuso il piacere e l'amore: ma non ho creato dolore. (Fabrizio De Andre)

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2008


Μια κοινωνία που σάπισε στον ξεπεσμό και που βρωμάει το λεπρό της κορμί σα ψοφίμι,8α μέ βρει ΕΧΘΡΟ,μα το στήθος μου εγώ θα κοσμώ,με τις βρισιές της επαίνους,τη μούτζα της φήμη!
Όπως όλα τα μεγάλα πνεύματα,χερ φον Γκαίτε,έχετε γνωρίσει το αίνιγμα,έχετε νοιώσει το ανέλπιδο της ανθρώπινης ζωής με τις στιγμές εκείνες τις υπερβατικές που ξαναβυθίζονται,όμως,μέσα στην αθλιότητα και το ανέφικτο να φτάσει κανείς σε ένα κορύφωμα του αισθήματος,αν δεν το πληρώσει με το μακρόχρονο σκλάβωμα στον κύκλο της καθημερινής ρουτίνας.Ακόμα,εκείνη την άσβεστη λαχτάρα για το βασίλειο του πνεύματος,που βρίσκεται σε αέναο και θανάσιμο πόλεμο με την εξίσου άσβεστη και ιερή αγάπη για τη χαμένη αθωότητα.Εκείνη την τρομαχτική αιώρηση στο κενό και την αβεβαιότητα,εκείνη την καταδίκη στο εφήμερο και το διαβατικό που δεν μπορεί ποτέ να έχει αξία και εγκυρότητα,που παραμένει πάντα ένας ερασιτεχνικός πειραματισμός,κοντολογίς στην απόλυτη έλλειψη σκοπού που εχει καταδικαστεί ο άνθρωπος,σε μια απόγνωση που τον κατατρώει και τον φθείρει.Τα έχετε γνωρίσει όλα αυτά,ναι,κι έχετε πει και γράψει για αυτά ξανά και ξανά.Κι ωστόσο αφιερώσατε όλη σας τη ζωή κηρύσσοντας το αντί8ετο,εκφράζοντας πίστη και αισιοδοξία και σπέρνοντας μπροστά σας και μπροστά στους άλλους τη ψευδαίσθηση πως οι πνευματικοί μας αγώνες έχουν νόημα και διάρκεια.Τ'αυτιά σας στάθηκαν κουφά σ'εκείνους που έσκαψαν στα βάθη και φιμώσατε τις φωνές που έλεγαν την αλήθεια της απόγνωσης και το κάνατε όχι μονάχα στους εαυτούς σας αλλά και στον Κλάιστ και στον Μπετόβεν.Αυτός είναι ο λόγος που σας κατηγορούμε για ανειλικρίνεια...
(Herman Hesse,Ο λύκος της Στέπας)

Με ενοχλούν οι φτωχομπινέδες που υποδύονται τα αφεντικά,όσοι παριστάνουν τους πλούσιους,με εκνευρίζουν οι εμπορομεσίτες,οι αντιπρόσωποι,οι παραγγελιοδόχοι και οι πολιτικοί του πρωκτού,ήτοι οι δυσκοίλιοι,μεμψίμοιροι και ημιμαθείς παρατρεχάμενοι των Αμερικανών και των επιτόπιων οικονομικών ομίλων.Μπλιάχ!Εμετός μου'ρχεται!Με ενοχλούν τα ξέκωλα που το δείχνουν αλλά δεν το εννοούν,και-το χειρότερο-δεν το κάνουν.Με ενοχλεί η ασεξουαλικότητα που σπάει κόκκαλα και η γκλαμουριά που σπάει αρχίδια.Τελικώς,με ενοχλεί που ενοχλούμαι-διάολε-και που δεν κατάφερα κι εγώ να αποκρετινιάσω και να ζήσω εν αγαστή συμπνοία και αρμονία με τους συνανθρώπους μου,κάνοντας κρόουλ στο βόθρο.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008


Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα ποδια.Στο μυαλό είναι ο στοχος! ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ, Ε;
στην Ε.
Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.Να σου δώσω ΑΠΟΓΝΩΣΗ, να μην είσαι ζώο,να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.Να σου δώσω ΣΥΝΤΡΙΒΗ, να μην είσαι μούτρο,να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.Κι υστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,για να μάθεις πια να μην κλωτσάς! (Ντίνος Χριστιανόπουλος)

Λοιπόν,ο,τιδήποτε θα μοιάζει με αρετή-τί λέω-ο,τιδήποτε δε θα είναι φλογερό πάθος για τον πλούτο,θα έχει τη φήμη του απέραντου γελοίου.Η δικαιοσύνη,αν σ'αυτή την τυχερή εποχή μπορεί να υπάρξει μια μορφή δικαιοσύνης,θα θέσει "υπό απαγόρευση"τους πολίτες που δε θα καταφέρουν να κάνουν περιουσία.Η γυναίκα σου ,ΑΣΤΕ,το σεμνό έτερό σου ήμισυ που η νομιμότητά της αποτελεί για σένα την ποίηση,βάζοντας από δω και μπρός την άψογη αισχρότητα μέσα στα πλαίσια του νόμου,φύλακας άγρυπνος και ερωμένη του χρηματοκιβωτίου σου,δε θα'ναι πια παρά το τέλειο ιδανικό της ΠΟΡΝΗΣ!Η κόρη σου,πρόωρα μεγαλωμένη,θα ονειρευτεί στην κούνια της οτι πουλιέται ένα εκατομμύριο.Και συ ο ίδιος,ΑΣΤΕ,λιγότερο ποιητής ακομα και απ'ο,τι είσαι σήμερα,δε θα βρεις τίποτα για να φέρνεις αντίρρηση,δε θα νοσταλγήσεις τίποτα.Γιατι υπάρχουν πράγματα στον ΑΝΘΡΩΠΟ,που δυναμώνουν κι ανθίζουν,όσο άλλα εκφυλίζονται και λιγοστεύουν.Και χάρη στην πρόοδο αυτών των καιρών,δε θα σου μείνουν από τον εσωτερικό σου κόσμο παρά μόνο τα ΕΝΤΟΣΘΙΑ!!(Charles Baudelaire)

Η Μπουρζουαζία δεν έχει άλλη χαρά απ'το να τις ξεφτιλίζει όλες Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ !

ΦΤΑΙΜΕ ΟΛΟΙ,ΦΤΑΙΜΕ ΟΛΟΙ ,ΠΟΥ'ΧΕΙ Ο ΕΥΦΡΑΙΜ ΠΕΡΒΟΛΙ!!


Εγώ κι εσείς, εσείς κι εγώ τραβάμε για το Βόλο
Το άλογό μας χλώμιασε τ’ αφήσαμε στο δρόμο.
Ήταν μαζί ο Σταύρακας και ο Στρατής ο Λιόγκας
Είχαμε το θεό βοηθό και στο φλασκί μας το νερό.

Θυμάμαι τότε τον παπά κατούραγε στη στράτα
Κι ήτανε όλα γύρω μας όμορφα και καπάτσα
Ωρέ παπά του είπαμε, δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψώφησε δεν το ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.

Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη φοράδα.

Μαστορεύανε και γελούσανε, τραγουδάγανε, κοροϊδεύανε
Τότες που τους χορεύανε στο ταψί
Τώρα σώπασαν, δε γελάνε πια, δεν τους νοιάζει πια, τάχουν όλα αυτά
Τάξη, ησυχία και λεφτά.
Μόνο που τους στερήσαν τη φωνή, χάσανε κι αυτοί την ανθρωπιά τους
Μόνο που μας αγόρασαν την καρδιά, χάσαμε κι εμείς την ανθρωπιά μας.

Ωρέ παπά του είπαμε δεν ντρέπεσαι με ράσα
Το άλογό σας ψώφησε δεν το ‘σωσαν μωρέ τα ράσα.

Θέμε όλοι, θέλουμε όλοι του παπά μας το περβόλι
Κατουράμε τη βδομάδα δυο φορές την πρασινάδα
Να μαράνει το περβόλι και να μπούμε μέσα όλοι
Να κρεμάσουμε λαμπάδα στου παπά μας τη γενειάδα.
Φταίμε όλοι, φταίμε όλοι, που έχει ο παπάς περβόλι. (Νικόλας 'Ασιμος)

Canto, per chi non ha fortuna, Canto per me Canto per rabbia questa luna, Contro di te ,Contro chi e ricco e non lo sa, Chi sporchera la verita ,Cammino e canto, a la rabbia che mi fa !Penso a tanta gente nell'oscurita ,Alla solitudine della citta ,Penso a l'illusioni dell'umanita, Tutte le parole che ripetera ,Canto, per chi non ha fortuna Canto per me ,Canto per rabbia questa luna ,Contro di te ,Contro chi e ricco e non lo sa ,Chi sporchera la verita, Cammino e canto, a la rabbia che mi fa!!!(Film d'amore e d'anarchia)





Όσοι,με το νόμο και τη βία,κάναν παράνομο το μέλλον του πλανήτη,τώρα δικάζουν το παρόν για ανταρσία και τ'αναγκάζουν να σκύψει με κλωτσιές.Γύπες τα ράμφη τους βυθίζουν στο μυαλό μας και μ'εκτομές την ιστορία ευνουχιζουν,ξέρουν η μνήμη με την κρίση όταν σμίξουν τα σκόρπια δάχτυλα θα σμίξουν σε γροθιές!!! (Στη μνήμη του Buenaventura Durruti)


Σωθήκανε τα ψέματα κατάρευσαν οι μύθοι
τώρα σχεδόν αμήχανα κοιτάζω τον καιρό τις διαδρομές που κάναμε τις κάναμε στην τύχη
μικρό καράβι χάρτινο βουλιάζει στο νερό
τις διαδρομές που κάναμε τις κάναμε στην τύχη
μικρό καράβι χάρτινο βουλιάζει στο νερό


Τα οράματα μας άφησαν σαν άστατη ερωμένη
λάθος στο λάθος κύλησε του μύθου η τροχιά
περίλυποι αθροιζόμαστε του ονείρου οι χαμένοι
και μας κυκλώνει του άγνωστου μια θάλασσα πλατιά

Ενοικιαστές αυθαιρέτων κάστρων ερειπωμένων
ενός ονείρου φθίνοντος παράλογοι εραστές
ποιος είπε τάχα πονηρά νικά ο επιμένων
νικά εκείνος που πουλά επικερδώς το χθες

Μέσα σε γήπεδο βαρύ στου σχετικού τη λάσπη
σύραμε και κυλήσαμε ιδέες κι εμμονές
σ' αυτά που αγαπήσαμε μια μαύρη τρύπα χάσκει
ο Θούριος που αρχίσαμε μας βγήκε αμανές (Νικος Αρμπελιάς)

Όσες φορές η μαύρη νύχτα με κερδίζει ,τόσες ανάσες ο χειμώνας μου χρωστά,σπουργίτι έρημο η σκέψη μου γυρίζει σ΄ άγνωστους δρόμους που κανείς δεν περπατά και η σιωπή της μοναξιάς με νανουρίζει.Μια νοσταλγία το μυαλό μου φυλακίζει,φίλοι που χάθηκαν και πίσω δεν κοιτάν,σπίτια παλιά που το κλειδί σκουριά μυρίζει,κι απ’ τα ραδιόφωνα σκοπούς μου τραγουδάν,φωνές που κάνουν την ψυχή μου να δακρύζει.Κλειστά τα βλέφαρα κι ο νους μου φτερουγίζει,σ’ όνειρα που ’χουν την αγάπη συντροφιά,σ’ άσπρα δωμάτια που θαλπωρή ραντίζει κάποια ανάμνηση τα μαύρα μου μαλλιά και πάντα μόνη της η μάνα συγυρίζει.

Στον Π.


Πέρασαν οι μέρες χωρίς να'χει συμβεί τίποτα το ιδιαίτερο,ξέρεις πώς ειναι...Ίσως είσαι ο μόνος που ξέρεις.Θαρρείς πως πάγωσε ο χρόνοςαπό τη μέρα που έφυγες.Περπατώντας τα γνώριμα σοκάκια,με τους θλιμμένους ήχους,τις μυρουδιές που βγαίνουν απ'τα χαμόσπιτα,τις απλωμένες μπουγάδες,ολα έχουν κατι να σε 8υμίζουν,ένας Παύλος ζωγραφισμένος στον ουρανο να κάνει γκριμάτσες που άλλωτε να δεις με τσάτιζαν,μα τώρα πόσο μου'χουν λείψει...Και τις μελανές Κυριακές,το τραντζιστοράκι να μουρμουριζει στο γλυκο έγχορδο όργανο τις αγαπημένες μελωδίες,και στις σκέψεις όλα τα λόγια,όλες τις χαρές και τα μαλώματά μας,μα και το αχλύ που εμεινε από την ευωδιά του κρασιου.Όλα αυτά και άλλα πολλά,πού να τα συλλογιέμαι τώρα...Κι αν της Αθήνας το τομάρι,με βία πέσει πάνω σου,ξέρω οτι στα στήθη σου φυλάς ένα μαργαριτάρι που δεν μπορεί τίποτε να το φθείρει.Στην υγειά σου αιμοποιτε μου,ακόμα κι αν δεν αγγίξαμε το όνειρο ,παραμείναμε ένα ελπιδοφόρο χαμόγελο στο πρόσωπο του χρόνου,που μες το μπλάβο της μοναξιάς κάνει την πιο όμορφη αντίθεση! (Σ.Μ.)
΄Οπως λέμε,έφυγες και πας για τον άλλον κόσμο.Νέκρα...Τώρα θα πετάς σκίζοντας στα δύο τ'αστέρια.Τέρμα οι μπροστάντζες και τα μπυρατζίδικα.Κάλμα!Οχι,Εσένιν δίχως ειρωνίες ένας κόμπος σφίγγει το λαιμό μου,δε γελώ.Στο χαρακωμένο χέρι βλέπω ένα δισταγμό λίγο πρίν το τσουβαλάκι με τα κόκκαλα κρεμάσεις στο ταβάνι.Φτάνει!Στοπ!Είσαι στα καλά σου;Του θανάτου η κιμωλία να σου μπογιατίσει τα μάγουλα;Γιατί λοιπόν;Μας τρώει τώρα εμάς το πώς και το γιατί...Όλο κατι μουρμουρίζουν οι κριτικοί-φταίει τούτο,φταίει τ'άλλο-μα κυρίως που δεν είχες επαφή.Άρα;Πίνε τόση κι άλλη τόση μπύρα και κρασί.Σα να λέμε αν αντί για την μποεμαρία,τους προλετάριους είχες και την τάξη τους,θα σου έβαζε μυαλό η τάξη,θα στον έσπαγε τον τσαμπουκά.Αλλά η τάξη τι;Στο σαλέπι σβήνει τη δίψα της;Έννοια σου!Ξέρει η τάξη να τα κοπανάει.Μα πιστεύω αν κάναν μια τέτοια κουζουλάδα θα τα τίναζες ακόμα πιο νωρίς.Καλύτερα από τη βότκα πέθαινε παρά από την πλήξη! (Στον Σεργκε'ι' Εσένιν,Βλαντιμήρ Μαγιακόφσκι)

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2008


Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
είμαι από τα μαύρα δάση
η μάνα μου στις πολιτείες
με κουβάλησε
σαν ήμουνα ακόμα στην κοιλιά της
και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα 'ναι ως το θάνατό μου

Έχω, έχω το σπίτι μου
στην πολιτεία της ασφάλτου
φορτωμένος από την αρχή
με όλα τα μυστήρια του θανάτου
με εφημερίδες, με καπνό και με ρακί
καχύποπτος και τεμπέλης
κι ευχαριστημένος στα στερνά

Φέρομαι φιλικά στους ανθρώπους
φορώ καθώς το συνηθίζουν
ένα σκληρό καπέλο
λέω, είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιότροπα
και λέω πάλι
δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά

Το πρωί στο γκρίζο χάραμα
τα έλατα κατουράνε
και τα ζωύφιά τους τα πουλιά
αρχίζουν να φωνάζουν
Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη
πετάω τ' αποτσίγαρό μου και ανήσυχος κοιμάμαι

Απ' αυτές τις πολιτείες
θα απομείνει εκείνος που διάβηκε από μέσα τους
ο άνεμος, δίνει χαρά το σπίτι σ' αυτόν που τρώει
τ' αδειάζει

Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί
κι ότι ύστερα από μας
τίποτα τ' αξιόλογο δε θα 'ρθει
Ελπίζω στους σεισμούς
που μέλλονται για να 'ρθουν
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου
απ' την πίκρα να μου σβήσει (Μπέρτολτ Μπρέχτ)
Πολυάσχολα,ματαια ανθρωπάκια,οσα με

προσπερνάτε.Ναι,εσείς που τραβιέστε για να μην αγγίξετε τα κουρέλια μου!Είσαστε προσωρινά οσο κι αυτά.Παιχνιδιάρικα ζωάκια,μπουχτισμένα απο ζωή,είμαστε ολόιδιοι.Γδυνόμαστε και βλέπουμε!Έχουμε από πέντε αισθήσεις και τέσσερα ακρα.Γιατί είστε τόσο άπονα μαζί μου;Πρόσεχε φτωχέ μου,φίλε μου όμοιε,που σου έτυχε να τυραγνιστείς.Πρόσεχε συ που κατέβηκες από τον σταυρό δοκιμασίας.Πρόσεχε καθώς απλώνεις το χέρι σου να τους χαιρετήσεις.Μη σου ανακαλύψουνε τα ίχνη των καρφιών!Χάθηκες! (Μενέλαος Λουντέμης)